10.10.2016
123Point of (Re)View: KULA SHAKER KIRTANIYAS

The Great American Music Hall- Σαν Φρανσίσκο

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Είναι δυνατόν ένα βράδυ να εξελίσσεται σε ένα μίνι τουρ στις αγαπημένες σου πόλεις του κόσμου και η μουσική να στέκεται η αφορμή; Εννοείται, πως είναι! Και για την ακρίβεια, πάντα έτσι γίνεται με τη μουσική, πάντα στιγμιαία κάπου σε πηγαίνει. Φτάσαμε νωρίς το βράδυ της Παρασκευής στην καρακεντρική και ‘ύποπτη’ περιοχή Tenderloin του Σαν Φρανσίσκο και στηθήκαμε στην μικρή ουρά έξω από το παμπάλαιο Great American Music Hall. Παραδόξως, δεν είχαμε ποτέ έρθει στον συγκεκριμένο συναυλιακό χώρο, αλλά ενδόμυχα ξέραμε ακριβώς τι να περιμένουμε μόλις μπούμε μέσα: βαθυκόκκινους τοίχους και ταβάνια, χρυσοποίκιλτους κίονες, πομπώδεις πολυελαίους. Κάτι οι μυρωδιές κλεισούρας που μας ερχόντουσαν όταν οι πόρτες ανοιγοκλείνανε για να μπει και να βγει το προσωπικό, κάτι που είχαμε διαβάσει ότι το κτίριο κτίστηκε το 1907, και είχαμε ήδη πλάσει μια ακριβή σχεδόν εικόνα τού θεάτρου στο μυαλό μας. Η ώρα περνούσε  με το πούλμαν του συγκροτήματος παρκαρισμένο ακριβώς δίπλα μας στο δρόμο, κι εμας να ξεροσταλιάζουμε στο ορθιλίκι που προστέθηκε σαν κερασάκι στην τούρτα στην συσσωρευμένη κούραση της εβδομάδας. Πολύ περισσότερο κόσμο θα ορκιζόμουνα ότι η επανένωση των Kula Shaker θα έφερνε σε αυτήν εδώ την ουρά, αυτή την υπεργλυκιά βραδιά του ινδιάνικου αμερικάνικου καλοκαιριού. Δεκαεπτά χρόνια πριν, στο Brixton Academy του Λονδίνου, η ουρά έκανε πάνω από δυο φορές το γύρο του μεγάλου οικοδομικού τετραγώνου. Όπως και τότε, έτσι και τώρα, στο δρόμο πηγαινοέρχονται άστεγοι, ελαφρώς μεθυσμένοι και σαφώς ταλαιπωρημένος κόσμος, και ομολογώ ότι αισθάνομαι άσχημα σκεφτόμενη ότι παραπονιέμαι για το ορθιλίκι ενώ έχω ήδη φαγητό που συμπεριλαμβάνεται στην πολύ καλή τιμή του εισιτηρίου μου ...

Όταν λίγο μετά τις οκτώ μπαίνουμε στο θέατρο και ανεβαίνουμε τις ξύλινες σκάλες του, ξέρουμε ότι το φαγητό θα είναι ψιλομάπα και ότι θα κατεβούμε από τον εξώστη κάτω με το που θα τελειώσει το support των Kula. Το θέατρο είναι ακριβώς καρμπόν στο στήσιμό του με έναν χώρο που έχουμε παλαιότερα επισκεφτεί στο κέντρο της Αθήνας (κανείς δε θυμάται όνομα, αλλά δεν έχει σημασία αφού θυμόμαστε ποιους έχουμε δει να παίζουνε και σχεδόν ποια χρονιά).

Το πολύ κοντά στο πάτωμα στήσιμο των μικροφώνων μάς προετοιμάζει για το support group, το οποίο αποτελείται από πέντε, σούπερ ζεν άτομα που παίζουνε παραδοσιακή αρχαία ινδική μουσική και απεικονίζουν σχεδόν αντιπροσωπευτικά τη σύσταση της Καλιφορνέζικης κοινωνίας. Έχουν πολύ καλή φωνητική αρμονία, την οποία παραπονιάρικα υπογραμμίζει το παίξιμο του αρμόνιου χειρός, ενώ παράλληλα αποτελούν και ένα υπέροχο θέαμα καθώς τα περισσότερα τραγούδια τους συνοδεύονται από κάτι σαν χορευτικό θέατρο που το ένα από τα μέλη του συγκροτήματος προσφέρει απλόχερα στο κοινό. Είναι συγκινητικό το γεγονός ότι αυτά τα τραγούδια έχουν έναν βαθιά ριζωμένο συνδετικό κρίκο με πολλά από τα ακουστικά μας ερεθίσματα και θα μπορούσαν να έρχονται κάλλιστα από τα βάθη της Ασίας, από τα Βαλκάνια ή και από τη Βόρεια Ευρώπη.

Όμως, θέλω να αισθανθώ λίγη από την έξαψη του να δεις τον αγαπημένο σου καλλιτέχνη στα σαράντα του, οπότε τελειώνω στα γρήγορα ποτό και φαγητό και κατεβαίνω κάτω για να αναμειχθώ με τον κόσμο, που ευτυχώς έχει γεμίσει σχεδόν την πλατεία του θεάτρου. Μετά από λίγη ώρα ο Crispian και η μπάντα του παίρνουν θέση πάνω στη σκηνή. Ο Mills έχει ακόμα το αψεγάδιαστο και κατάξανθο εγγλέζικο μαλλί του, είναι σούπερ αδύνατος, ντυμένος με πράσινο στενό κοστούμι, μαύρο πουκάμισο και ίδιου χρώματος υφασμάτινη γραβάτα που έρχεται από τα ψυχεδελικά 60s. Δεν νομίζω ότι υπάρχει ούτε μια στιγμή αμφιβολίας για την πλειοψηφία των θεατών για το ότι το set θα ξεκινήσει με το ‘Hey Dude’. Είναι μάλλον αναπόφευκτο η βραδιά να είναι στραμμένη στην «Κ» εποχή, πόσω μάλλον όταν το πέμπτο, πρόσφατα κυκλοφορημένο album της μπάντας ονομάζεται «Κ20» και αποτελεί στην ουσία τη συνέχεια και εξέλιξη του πρώτου τους άλμπουμ με το οποίο μας συστήθηκαν και μας κέρδισαν.

Ο Crispian διέπεται από την χαρακτηριστική φλεγματική ειρωνεία και μερική αποστασιοποίηση που συναντάς σε πολλούς από τους συμπρατριώτες του. Είναι μαζεμένος και ευγενικός και μας θυμίζει ότι έχει ξαναβρεθεί στο Σαν Φρανσίσκο 20 χρόνια πριν παίζοντας ντάλα μεσημέρι στη Union Square, ‘όπου ψήθηκε από τον ήλιο σαν αστακός!’, αλλά μας τη ‘λέει’ κιόλας όταν ανακοινώνει ότι ‘είναι πολύ ωραία εποχή να είσαι στην Αμερική, είναι μια πολύ ωραία εποχή να είσαι Αμερικάνος ...’ .

Στην ουσία όμως του πράγματος, ο τραγουδιστής έχει την ευκολία να ερμηνεύει τα τραγούδια του όπως ακριβώς φωνητικά και θεματικά τον συμφέρει και το κάνει με εξαιρετικό τρόπο. Πότε μισο-απαγγέλοντας και πότε πατώντας περισσότερο πάνω σε blues νότες καταφέρνει μέσα σε μερικά μόνο λεπτά να μας θυμίσει γιατί τον αγαπήσαμε τόσο πολύ. Παράλληλα δε, κάνει την κιθάρα του να βγάζει έναν ηλεκτρικό και groovy ήχο που δένει απόλυτα με τα drums του Winterhart και τον πολύ δυνατό ήχο της υπόλοιπης μπάντας. Το set είναι πολύ εύστοχα καταρτισμένο και το ένα τραγούδι φαίνεται σαν η απόλυτη και ανεμενόμενη συνέχεια του προηγούμενου.

Ο καλλιτέχνης μάς συγκινεί με την ερμηνεία του ‘Jerry was there’ και την προβολή στο video wall της αχνής μορφής του Jerry Garcia των Grateful Dead (μεγάλη σύμπτωση το ότι το συγκρότημα ηχογράφησε στον ίδιο χώρο το 1974 το πρώτο τους άλμπουμ), μας ψιθυρίζει συνωμοτικά ότι εξακολουθεί να είναι ετοιμοπόλεμος όταν ερμηνεύει με εκπληκτική μελαγχολία το ‘Infinite Sun’, μας καθηλώνει όταν τα δίνει όλα βροντοφωνάζοντας ότι ‘μπορείς να βρεις τον δρόμο προς στο σπίτι πάνω στον 303’, και μας παρασύρει σε ένα συνεχές χορευτικό στριφογύρισμα με τραγούδια που είχαμε ξεχάσει ότι έχει γράψει, όπως το ‘Shower your love’ και το ‘Mystical Machine Gun’. Εδώ, θα πρέπει να παραδεχτώ ότι ποτέ μου δεν φανταζόμουνα, όταν έλιωνα το πρώτο CD του γκρουπ στο αυτοκίνητο, ότι θα άκουγα live το ‘Start all over’ με την φοβερή παλιομοδίτικη εισαγωγή του. Και είναι αλήθεια, ότι αυτός είναι ένας από τους λόγους που η μουσική των Kula Shaker εξακολουθεί να μας γεμίζει: φέρνει κάτι από το πιο ευχάριστο και χρωματιστό κομμάτι του τέλους των 60s ξεστρατίζοντας από την επικρατούσα τάση της μελωδίας των νηπιακών τραγουδιών (που παρά τη γοητεία της παραείναι ‘σκοτεινή’), ενώ παράλληλα κρατάει κάτι μαγικά παιδικό και αδιόρατα αφελές, κάτι που μιλάει με μεγάλη ειλικρίνεια και ευκρίνεια στον εσωτερικό μας κόσμο πρωτού καν ανακαλύψουμε τη γιόγκα ή τον διαλογισμό.

Λίγο πριν το τέλος της συναυλίας ανεβαίνω στον εξώστη ενώ η μπάντα αποσύρεται για πολύ λίγο για να ξαναβγεί για το encore μέσα στις ιαχές του κόσμου και ρυθμικό ποδοβολητό. Και αφού ακούμε το ‘Great Hosannah’ αναλογιζόμενοι ότι ίσως το κομμάτι είναι πιο επίκαιρο παρά ποτέ, έρχεται η ώρα για το μεγάλο φινάλε με τον Crispian να μας καλεί να τραγουδήσουμε το ‘Govinda’, χωρίς φόβο αλλά με πάθος. Και το κάνουμε, χωρίς να ξέρουμε ακόμα οι άτιμοι μετά από 20 χρόνια τι σκατά μπορεί να λέει, το τραγουδάμε δυνατά και μελωδικά, έτσι σαν ένα μάντρα που συγχρονίζει τις ανάσες μας με τον ανέναο κύκλο της ζωής και μας γεμίζει διάφανο φως.

Βγαίνοντας από το θέατρο ένας πανικός επικρατεί, πυροσβεστικά και αστυνομικά είναι παρατεταγμένα στον απέναντι δρόμο. Αγνοούμε τον θόρυβο και βιαστικοί κατευθυνόμαστε στο πάρκινγκ με τη μικρή μας, μυστική φωνή να σιγοτραγουδάει κάτι ακόμα ακατάληπτο που ίσως ξεκάθαρα αναφέρεται στο στοίχημα της εποχής μας και της ηλικιακής μας καμπής: την προσωπική μας ολοκλήρωση και εσωτερική γαλήνη.

‘All glories to Govinda, all glories to Gopalla!’

Namaste

Νάσια Στεφανάκη

 

Set list

  1. Hey Dude
  2. Hurry on Sundown (Hawkind)
  3. Grateful when you’ re dead/ Jerry was    there
  4. Temple of Everlasting Light
  5. Infinite Sun
  6. Love Be
  7. 303
  8. I’ m still here
  9. Shower your love
  10. Mystical Machine Gun
  11. Start all over
  12. Smart Dogs
  13. Narayana/Tattva
  14. Hush (Joe South)

Encore

  1. 303 Crows
  2. Great Hosannah
  3. Govinda

Photostory εδώ

FOLLOW US
© 2013 www.123merch.gr, all rights reserved - Web Design by Netplanet
Κατασκευή Ιστοσελίδων